Όταν η άσκηση γίνεται εμμονή: Πότε η γυμναστική περνά τα όρια και γίνεται πρόβλημα
Η άσκηση προστατεύει την υγεία, όμως σε ορισμένους ανθρώπους μπορεί να μετατραπεί σε ανεξέλεγκτη συνήθεια.
Η γυμναστική θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα «φάρμακα» για την υγεία, όμως σε ορισμένες περιπτώσεις η υπερβολική προσήλωση στη άσκηση μπορεί να μετατραπεί σε μια συμπεριφορά που θυμίζει εθισμό. Μια νέα μεγάλη ανασκόπηση της υπάρχουσας επιστημονικής γνώσης δείχνει ότι η λεγόμενη «εξάρτηση από την άσκηση» αποτελεί ένα υπαρκτό αλλά ακόμη δύσκολο να οριστεί φαινόμενο, το οποίο χρειάζεται περισσότερη έρευνα.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα σε έναν άνθρωπο που αγαπά τη γυμναστική και σε κάποιον που δεν μπορεί να σταματήσει να ασκείται ακόμη και όταν η συμπεριφορά αυτή αρχίζει να του προκαλεί προβλήματα. Στη δεύτερη περίπτωση, η άσκηση παύει να λειτουργεί ως πηγή υγείας και μπορεί να οδηγήσει σε τραυματισμούς, ψυχική πίεση και δυσκολίες στις προσωπικές ή επαγγελματικές σχέσεις.
Η ανασκόπηση, η οποία εξέτασε δεκαετίες ερευνών πάνω στο θέμα, υποστηρίζει ότι η «εξάρτηση από την άσκηση» (exercise addiction) μοιάζει με άλλες μορφές συμπεριφορικών εθισμών, όπως ο τζόγος. Δεν αφορά κάποια ουσία, αλλά μια δραστηριότητα που κανονικά είναι ωφέλιμη και γίνεται προβληματική, όταν το άτομο χάνει τον έλεγχο.
Από την υγιή συνήθεια στην απώλεια ελέγχου
Η ιδέα ότι η άσκηση μπορεί να πάρει χαρακτηριστικά εθισμού δεν είναι καινούργια. Ήδη από τη δεκαετία του 1970 οι ερευνητές παρατήρησαν ότι κάποιοι άνθρωποι παρουσίαζαν έντονη δυσφορία όταν αναγκάζονταν να σταματήσουν την προπόνησή τους. Αρχικά η έντονη ενασχόληση με την άσκηση αντιμετωπίστηκε ακόμη και ως κάτι θετικό, καθώς θεωρήθηκε ότι μπορεί να ενισχύει την αυτοπειθαρχία και την ψυχική ανθεκτικότητα. Ωστόσο, αργότερα οι επιστήμονες άρχισαν να αναγνωρίζουν ότι η υπερβολή μπορεί να έχει και αρνητικές συνέπειες.
Το βασικό χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει την προβληματική άσκηση από την υγιή αφοσίωση δεν είναι ο αριθμός των ωρών προπόνησης. Ένας αθλητής υψηλού επιπέδου μπορεί να γυμνάζεται πολλές ώρες χωρίς να υπάρχει πρόβλημα. Το κρίσιμο στοιχείο είναι αν το άτομο μπορεί να μειώσει ή να διακόψει την άσκηση όταν χρειάζεται. Σημάδια που μπορεί να προκαλέσουν ανησυχία είναι η έντονη ενοχή όταν χάνεται μια προπόνηση, η συνέχιση της άσκησης παρά έναν τραυματισμό, η αίσθηση ότι «πρέπει» κάποιος να γυμναστεί αντί ότι απλώς το θέλει, αλλά και η παραμέληση άλλων σημαντικών δραστηριοτήτων.
Δεν υπάρχει ακόμη επίσημη διάγνωση
Παρά το αυξανόμενο ενδιαφέρον των επιστημόνων, η εξάρτηση από την άσκηση δεν έχει συμπεριληφθεί μέχρι σήμερα στα επίσημα διαγνωστικά εγχειρίδια ψυχικών διαταραχών. Ο λόγος είναι ότι οι ερευνητές δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει πλήρως σε έναν ξεκάθαρο ορισμό και σε συγκεκριμένα κριτήρια διάγνωσης. Υπάρχουν περισσότερα από 30 διαφορετικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της προβληματικής σχέσης με την άσκηση, όμως τα περισσότερα μπορούν μόνο να δείξουν αν κάποιος βρίσκεται σε αυξημένο κίνδυνο και όχι να επιβεβαιώσουν ότι υπάρχει πραγματικός εθισμός.
Αυτό δημιουργεί ένα σημαντικό πρόβλημα: πολλές μελέτες αναφέρουν αρκετά υψηλά ποσοστά «κινδύνου εξάρτησης», αλλά οι αριθμοί αυτοί μπορεί να υπερεκτιμούν την πραγματική έκταση του φαινομένου. Ένας άνθρωπος που είναι πολύ αφοσιωμένος στον αθλητισμό ή έχει μεγάλη φιλοδοξία να βελτιωθεί μπορεί να εμφανίσει υψηλή βαθμολογία σε ορισμένα ερωτηματολόγια χωρίς να έχει παθολογική συμπεριφορά. Οι εκτιμήσεις των ερευνών παρουσιάζουν μεγάλη διακύμανση. Σε διαφορετικές ομάδες αθλητών τα ποσοστά κυμαίνονται από λίγα έως αρκετά υψηλότερα επίπεδα, γεγονός που οι επιστήμονες αποδίδουν στις διαφορετικές μεθόδους μέτρησης, στα είδη άσκησης και στα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων.
Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο
Η έρευνα δείχνει ότι η προβληματική σχέση με την άσκηση εμφανίζεται συχνότερα σε αθλητές αντοχής, όπως δρομείς μεγάλων αποστάσεων, αλλά μπορεί να αφορά οποιονδήποτε ασκείται συστηματικά. Καθώς σε αρκετές περιπτώσεις δεν λειτουργεί ως βασικός στόχος αλλά ως μέσο για απώλεια βάρους ή αλλαγής της εμφάνισης, φαίνεται πως σχετίζεται με διατροφικές διαταραχές και δυσκολίες σχετικά με την εικόνα σώματος.
Παράλληλα, η εξάρτηση από την άσκηση έχει συσχετιστεί με αυξημένα επίπεδα άγχους, κατάθλιψης, ψυχαναγκαστικών συμπεριφορών και άλλων ψυχολογικών δυσκολιών. Ωστόσο, οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμη αν η υπερβολική άσκηση αποτελεί από μόνη της διαταραχή ή αν συχνά είναι αποτέλεσμα άλλων προβλημάτων ψυχικής υγείας.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι «κολλούν» με την άσκηση
Οι ερευνητές δεν θεωρούν πως υπάρχει μόνο ένας λόγος που ορισμένοι άνθρωποι εμφανίζουν αυτό τον εθισμό. Πρόκειται για έναν συνδυασμό βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Η άσκηση μπορεί να λειτουργεί ως τρόπος διαχείρισης του στρες. Όταν κάποιος αρχίζει να χρησιμοποιεί αποκλειστικά την προπόνηση για να αντιμετωπίσει δύσκολα συναισθήματα, μπορεί σταδιακά να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος: περισσότερο άγχος οδηγεί σε περισσότερη άσκηση και η απουσία άσκησης προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Παίζουν ρόλο επίσης η τελειομανία, η ανάγκη για έλεγχο, η πίεση για συγκεκριμένη εμφάνιση και η επιθυμία για συνεχή βελτίωση των επιδόσεων.
Στόχος είναι η ισορροπία
Δεν υπάρχει σήμερα μια ειδική θεραπεία αποκλειστικά για την εξάρτηση από την άσκηση, καθώς δεν υπάρχει ακόμη επίσημη διάγνωση. Οι ειδικοί θεωρούν ότι η ψυχοθεραπεία, ιδιαίτερα προσεγγίσεις όπως η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία, μπορεί να βοηθήσει το άτομο να εντοπίσει προβληματικά μοτίβα σκέψης και να αποκτήσει πιο ισορροπημένη σχέση με τη γυμναστική. Ο στόχος δεν είναι να σταματήσει κάποιος να ασκείται. Αντίθετα, είναι να επιστρέψει σε μια υγιή μορφή άσκησης, όπου υπάρχει χώρος για ξεκούραση, κοινωνική ζωή και άλλες δραστηριότητες. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η πρόληψη είναι εξίσου σημαντική. Η ενημέρωση αθλητών, προπονητών και του κοινού μπορεί να βοηθήσει στην έγκαιρη αναγνώριση προειδοποιητικών σημάτων.